ρεύομαι
•
- αποβάλλω θορυβωδώς από το λάρυγγα και το στόμα αέρια του στομάχου Βικιλεξικό
- μη ρεύεσαι μπροστά σε όλον τον κόσμο
Ετυμολογία
ρεύομαι < αρχαία ελληνική ἐρεύγομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρεύομαι | ρεύεσαι | ρεύεται | ρευόμαστε | ρεύεστε | ρεύονται |
| Παρατατικός | ρευόμουν / ρευόμουνα | ρευόσουν / ρευόσουνα | ρευόταν / ρευότανε | ρευόμασταν / ρευόμαστε | ρευόσασταν / ρευόσαστε | ρευόντουσαν / ρεύονταν |
| Αόριστος | ρεύτηκα | ρεύτηκες | ρεύτηκε | ρευτήκαμε | ρευτήκατε | ρευτήκαν / ρευτήκανε / ρεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα ρευτώ / θα ρεύομαι | θα ρευτείς / θα ρεύεσαι | θα ρευτεί / θα ρεύεται | θα ρευτούμε / θα ρευόμαστε | θα ρευτείτε / θα ρεύεστε | θα ρευτούν / θα ρευτούνε / θα ρεύονται |
| Παρακείμενος | έχω ρευτεί | έχεις ρευτεί | έχει ρευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρευτεί | είχες ρευτεί | είχε ρευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρευτεί / να ρευτώ / να ρεύομαι | να έχεις ρευτεί / να ρευτείς / να ρεύεσαι | να έχει ρευτεί / να ρευτεί / να ρεύεται | να ρευτούμε / να ρευόμαστε | να ρευτείτε / να ρεύεστε | να ρευτούν / να ρευτούνε / να ρεύονται |
| Προστακτική | — | ρέψου / ρεύου | — | — | ρευτείτε / ρεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →