Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρηγμάτωση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η πρόκληση ή η εμφάνιση ρηγμάτων σε μια κατασκευή ή κάποιον γεωλογικό σχηματισμό Βικιλεξικό
    • Η θόλος του θαλάμου δείχνει να βρίσκεται σε κατάσταση οριακής ισορροπίας, με τους θολίτες στην περιοχή της στέψης να παρουσιάζουν άνοιγμα αρμών, σε ικανό βάθος, από την εσωτερική επιφάνειά της. Στο σύνολο σχεδόν των θολιτών παρατηρούνται ρηγματώσεις και επιπλέον σε εκτεταμένες περιοχές, εκατέρωθεν της στέψης, διαπιστώθηκε σημαντική απώλεια μάζας του υλικού. (*)

Ετυμολογία

ρηγμάτωση < ρήγμα + -ωση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική fracture)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρηγμάτωσηρηγματώσεις
Γενικήρηγμάτωσηςρηγματώσεων
Αιτιατικήρηγμάτωσηρηγματώσεις
Κλητικήρηγμάτωσηρηγματώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →