ρημάδι
•
- κυριολεκτικάερείπιο Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι που ενοχλεί ή εμποδίζει Βικιλεξικό
- πάρ' το ρημάδι σου από τη μέση!
Ετυμολογία
ρημάδι < μεσαιωνική ελληνική ρημάδι(ν) < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρημάδι | ρημάδια |
| Γενική | ρημαδιού | ρημαδιών |
| Αιτιατική | ρημάδι | ρημάδια |
| Κλητική | ρημάδι | ρημάδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →