ρηματάκι
•
- μικρό ρήμα, με λίγες συλλαβές Βικιλεξικό
- χαϊδευτικότο εύκολο ρήμα Βικιλεξικό
- έχω να κλίνω κάτι ρηματάκια και τελείωσα
- ειρωνικότο δύσκολο ρήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρηματάκι < (ρήμα) ρηματ- + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρηματάκι | ρηματάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ρηματάκι | ρηματάκια |
| Κλητική | ρηματάκι | ρηματάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →