Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρηξιακός

/ɾi.ksi.aˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάπου έχει σχέση ή αναφέρεται σε ρήξη, σύγκρουση Βικιλεξικό
    • Αυτό ακριβώς το ρηξιακό στοιχείο προσπαθούμε να αναπτύξουμε στην παράσταση, (Η "Αντιγόνη" απόψε στην Καλαμάτα - Ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος μιλάει στην "Ε", εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ online, 25/8/2021 https://archive.ph/6480X
  2. γεωλογίαπου αφορά/ περιέχει ρήγμα Βικιλεξικό
    • Σύμφωνα με τους σεισμολόγους, η ρηξιακή ζώνη Γεράσας δίνει πολύ συχνά σεισμούς, με αποτέλεσμα να σημειώνονται δεκάδες κάθε χρόνο (Στο «χορό» των Ρίχτερ η Κύπρος: Ακολούθησαν περίπου 20 μετασεισμοί, alphanews, Κύπρος, 27/10/2021, https://archive.ph/HhzkS

Ετυμολογία

ρηξιακός (νεολογισμός) < ρήξ(η) + -ιακός ή αρχαία ελληνική ῥῆξι(ς) + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρηξιακόςρηξιακήρηξιακό
Γενικήρηξιακούρηξιακήςρηξιακού
Αιτιατικήρηξιακόρηξιακήρηξιακό
Κλητικήρηξιακέρηξιακήρηξιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρηξιακοίρηξιακέςρηξιακά
Γενικήρηξιακώνρηξιακώνρηξιακών
Αιτιατικήρηξιακούςρηξιακέςρηξιακά
Κλητικήρηξιακοίρηξιακέςρηξιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →