ρητά
•
- έχοντας πει κάτι ανοιχτά και με σαφήνεια Βικιλεξικό
- σας το λέω ρητά και κατηγορηματικά
- έχω εκφράσει ρητά την αντίθεσή μου με το σχέδιο αυτό
- όταν μεταφέρεται εντός εισαγωγικών αυτούσια φράση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρητά < ρητός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →