Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρητινόλασπη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παχύρρευστη πολτώδης ουσία που κατά καλείται στον πάτο του βαρελιού παρασκευής και αποθήκευσης ρετσίνας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρητινόλασπη < ρητίν(η) + -ο- + λάσπη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρητινόλασπηρητινόλασπες
Γενικήρητινόλασπης—
Αιτιατικήρητινόλασπηρητινόλασπες
Κλητικήρητινόλασπηρητινόλασπες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →