ρητινόλασπη
•
- παχύρρευστη πολτώδης ουσία που κατά καλείται στον πάτο του βαρελιού παρασκευής και αποθήκευσης ρετσίνας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρητινόλασπη < ρητίν(η) + -ο- + λάσπη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρητινόλασπη | ρητινόλασπες |
| Γενική | ρητινόλασπης | — |
| Αιτιατική | ρητινόλασπη | ρητινόλασπες |
| Κλητική | ρητινόλασπη | ρητινόλασπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →