ρητορικότητα
•
- λόγιοη ρητορική ιδιότητα, η ευγλωττία ή ο στομφώδης λόγος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρητορικότητα < ρητορικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρητορικότητα | ρητορικότητες |
| Γενική | ρητορικότητας | ρητορικοτήτων |
| Αιτιατική | ρητορικότητα | ρητορικότητες |
| Κλητική | ρητορικότητα | ρητορικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →