ρητώς
•
- λόγιορητά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρητώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ῥητῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ρητώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ῥητῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →