Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρηχός

/ɾiˈxos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για υδάτινη έκτασημε μικρό βάθος Βικιλεξικό
  2. για δοχείαμε μικρό βάθος αναλογικά με τη διάμετρό τους Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάχωρίς ένταση και βάθος Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάχωρίς πνευματικές αναζητήσεις και βάθος σκέψης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρηχός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥηχός, ιωνικός τύπος  «ἡ ῥηχός» (αγκαθωτός θάμνος ή πλεχρός φράχτης που χρησιμοποιούσαν στο ψάρεμα) < → δείτε και τη λέξη ῥάχις

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρηχόςρηχή / ρηχιάρηχό
Γενικήρηχούρηχής / ρηχιάςρηχού
Αιτιατικήρηχόρηχή / ρηχιάρηχό
Κλητικήρηχέρηχή / ρηχιάρηχό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρηχοίρηχέςρηχά
Γενικήρηχώνρηχώνρηχών
Αιτιατικήρηχούςρηχέςρηχά
Κλητικήρηχοίρηχέςρηχά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →