Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ριάλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοισπανικό νόμισμα, ¼ της πεσέτας Βικιλεξικό
  2. κυπριακάτο χρήμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ριάλι < ισπανική real (βασιλικός) < regalis < λατινική regalis < rex < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃rḗǵs

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήριάλιριάλια
Γενικήριαλιούριαλιών
Αιτιατικήριάλιριάλια
Κλητικήριάλιριάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →