ριάλι
•
- παρωχημένοισπανικό νόμισμα, ¼ της πεσέτας Βικιλεξικό
- κυπριακάτο χρήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριάλι < ισπανική real (βασιλικός) < regalis < λατινική regalis < rex < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃rḗǵs
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ριάλι | ριάλια |
| Γενική | ριαλιού | ριαλιών |
| Αιτιατική | ριάλι | ριάλια |
| Κλητική | ριάλι | ριάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →