ριβόζη
•
- βιοχημείασακχαρίτης με 5 άτομα άνθρακα που βρίσκεται στο ριβονουκλεϊκό οξύ (RNA) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριβόζη < (άμεσο δάνειο) γερμανική Ribose < νεολατινική arabinosa < λατινική arabica, θηλυκό γένος του επιθέτου λατινική arabicus (< αρχαία ελληνική ἀραβικός) + επιθήματα -in- + -osa
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ριβόζη | ριβόζες |
| Γενική | ριβόζης | ριβοζών |
| Αιτιατική | ριβόζη | ριβόζες |
| Κλητική | ριβόζη | ριβόζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →