ριζίτικο
•
- το δημοτικό τραγούδι της Κρήτης με ηρωικό περιεχόμενο, που τραγουδιέται γύρω από το τραπέζι, από άνδρες και χωρίς μουσική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριζίτικο < ριζά + -ίτικο
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζίτικο | ριζίτικο | ριζίτικο |
| Γενική | ριζίτικου | ριζίτικου | ριζίτικου |
| Αιτιατική | ριζίτικο | ριζίτικο | ριζίτικο |
| Κλητική | ριζίτικο | ριζίτικο | ριζίτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζίτικα | ριζίτικα | ριζίτικα |
| Γενική | ριζίτικων | ριζίτικων | ριζίτικων |
| Αιτιατική | ριζίτικα | ριζίτικα | ριζίτικα |
| Κλητική | ριζίτικα | ριζίτικα | ριζίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →