Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ριζικός

/ɾi.ziˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη ρίζα, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάολοκληρωτικός, εκ βάθρων, πλήρης Βικιλεξικό
    • Ο εθνοφυλετισμός, δηλαδή η τάση οργάνωσης εκκλησιαστικών δομών βάσει εθνοτικών ή γλωσσικών κριτηρίων, αποτελεί φαινόμενο που συνδέεται στενά με τις ριζικές αλλαγές του 19ου αιώνα.

Ετυμολογία

ριζικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ῥίζα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήριζικόςριζικήριζικό
Γενικήριζικούριζικήςριζικού
Αιτιατικήριζικόριζικήριζικό
Κλητικήριζικέριζικήριζικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήριζικοίριζικέςριζικά
Γενικήριζικώνριζικώνριζικών
Αιτιατικήριζικούςριζικέςριζικά
Κλητικήριζικοίριζικέςριζικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →