ριζικός
•
- που έχει σχέση με τη ρίζα, αναφέρεται σ’ αυτή ή ανήκει σ’ αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάολοκληρωτικός, εκ βάθρων, πλήρης Βικιλεξικό
- Ο εθνοφυλετισμός, δηλαδή η τάση οργάνωσης εκκλησιαστικών δομών βάσει εθνοτικών ή γλωσσικών κριτηρίων, αποτελεί φαινόμενο που συνδέεται στενά με τις ριζικές αλλαγές του 19ου αιώνα.
Ετυμολογία
ριζικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ῥίζα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζικός | ριζική | ριζικό |
| Γενική | ριζικού | ριζικής | ριζικού |
| Αιτιατική | ριζικό | ριζική | ριζικό |
| Κλητική | ριζικέ | ριζική | ριζικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζικοί | ριζικές | ριζικά |
| Γενική | ριζικών | ριζικών | ριζικών |
| Αιτιατική | ριζικούς | ριζικές | ριζικά |
| Κλητική | ριζικοί | ριζικές | ριζικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →