Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ριζιμιός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ριζωμένος στη γη, ακλόνητος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ριζιμιός < μεσαιωνική ελληνική ριζιμαῖος < ρίζα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήριζιμιόςριζιμιή / ριζιμιιάριζιμιιό / ριζιμιό
Γενικήριζιμιούριζιμιήςριζιμιού
Αιτιατικήριζιμιόριζιμιήριζιμιό
Κλητικήριζιμιέριζιμιήριζιμιό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήριζιμιοίριζιμιέςριζιμιά
Γενικήριζιμιώνριζιμιώνριζιμιών
Αιτιατικήριζιμιούςριζιμιέςριζιμιά
Κλητικήριζιμιοίριζιμιέςριζιμιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →