ριζοβολώ
•
- κυριολεκτικάβγάζω ή απλώνω ρίζες Βικιλεξικό
- Οποιοδήποτε μέρος του φυτού ριζοβολά, κάνοντας πολύ εύκολη την αναπαραγωγή του. (*)
- μεταφορικάσταθεροποιούμαι και αρχίζω και αναπτύσσομαι Βικιλεξικό
- «Όποια των φύλλων η γενιά τέτοια και των ανθρώπων». / Μα απ᾽ τους ανθρώπους λιγοστοί κι αν το γρικήσαν τούτο / μες στην ψυχή τους το έκλεισαν· γιατί καθένας θρέφει / ελπίδα, που ριζοβολά στα στήθια αντρών και νέων· / Κι όσο κανένας άνθρωπος κατέχει το λουλούδι / της νιότης το πολυακριβό, με τ᾽ αλαφρά μυαλά του / πράγματ᾽ αδύνατα πολλά να κάμει λογαριάζει. (*)
Ετυμολογία
ριζοβολώ < ελληνιστική κοινή ῥιζοβολέω / ῥιζοβολῶ < αρχαία ελληνική ῥίζα + βάλλω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ριζοβολάω / ριζοβολώ | ριζοβολάς | ριζοβολά / ριζοβολάει | ριζοβολάμε / ριζοβολούμε | ριζοβολάτε | ριζοβολάν / ριζοβολάνε / ριζοβολούν / ριζοβολούνε |
| Παρατατικός | ριζοβολούσα | ριζοβολούσες | ριζοβολούσε | ριζοβολούσαμε | ριζοβολούσατε | ριζοβολούσαν / ριζοβολούσανε |
| Αόριστος | ριζοβόλησα | ριζοβόλησες | ριζοβόλησε | ριζοβολήσαμε | ριζοβολήσατε | ριζοβολήσαν / ριζοβολήσανε / ριζοβόλησαν |
| Μέλλοντας | θα ριζοβολάω / θα ριζοβολήσω / θα ριζοβολώ | θα ριζοβολάς / θα ριζοβολήσεις | θα ριζοβολά / θα ριζοβολάει / θα ριζοβολήσει | θα ριζοβολάμε / θα ριζοβολήσουμε / θα ριζοβολούμε | θα ριζοβολάτε / θα ριζοβολήσετε | θα ριζοβολάν / θα ριζοβολάνε / θα ριζοβολήσουν / θα ριζοβολήσουνε / θα ριζοβολούν / θα ριζοβολούνε |
| Παρακείμενος | έχω ριζοβολήσει | έχεις ριζοβολήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ριζοβολήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ριζοβολήσει / να ριζοβολάω / να ριζοβολήσω / να ριζοβολώ | να έχεις ριζοβολήσει / να ριζοβολάς / να ριζοβολήσεις | να ριζοβολά / να ριζοβολάει / να ριζοβολήσει | να ριζοβολάμε / να ριζοβολήσουμε / να ριζοβολούμε | να ριζοβολάτε / να ριζοβολήσετε | να ριζοβολάν / να ριζοβολάνε / να ριζοβολήσουν / να ριζοβολήσουνε / να ριζοβολούν / να ριζοβολούνε |
| Προστακτική | — | ριζοβόλα / ριζοβόλαγε / ριζοβόλησε | — | — | ριζοβολάτε / ριζοβολήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →