Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ριζοβούνι

/ri.zoˈvu.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποτα ριζά ενός βουνού Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941 Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου, Κεφάλαιο ΙΕ, 1911.
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954.

Ετυμολογία

ριζοβούνι < ριζ(ά) + -ο- + βουν(ό) + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήριζοβούνιριζοβούνια
Γενικήριζοβουνιούριζοβουνιών
Αιτιατικήριζοβούνιριζοβούνια
Κλητικήριζοβούνιριζοβούνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →