ριζοδοντιάζω
•
- ιδιωματικόβγάζω ριζοδόντια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριζοδοντιάζω < ριζοδόντι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ριζοδοντιάζω | ριζοδοντιάζεις | ριζοδοντιάζει | ριζοδοντιάζουμε | ριζοδοντιάζετε | ριζοδοντιάζουν / ριζοδοντιάζουνε |
| Παρατατικός | ριζοδόντιαζα | ριζοδόντιαζες | ριζοδόντιαζε | ριζοδοντιάζαμε | ριζοδοντιάζατε | ριζοδοντιάζαν / ριζοδοντιάζανε / ριζοδόντιαζαν |
| Αόριστος | ριζοδόντιασα | ριζοδόντιασες | ριζοδόντιασε | ριζοδοντιάσαμε | ριζοδοντιάσατε | ριζοδοντιάσαν / ριζοδοντιάσανε / ριζοδόντιασαν |
| Μέλλοντας | θα ριζοδοντιάζω / θα ριζοδοντιάσω | θα ριζοδοντιάζεις / θα ριζοδοντιάσεις | θα ριζοδοντιάζει / θα ριζοδοντιάσει | θα ριζοδοντιάζουμε / θα ριζοδοντιάσουμε | θα ριζοδοντιάζετε / θα ριζοδοντιάσετε | θα ριζοδοντιάζουν / θα ριζοδοντιάζουνε / θα ριζοδοντιάσουν / θα ριζοδοντιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ριζοδοντιάσει | έχεις ριζοδοντιάσει | έχει ριζοδοντιάσει | έχουμε ριζοδοντιάσει | έχετε ριζοδοντιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ριζοδοντιάσει | είχες ριζοδοντιάσει | είχε ριζοδοντιάσει | είχαμε ριζοδοντιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ριζοδοντιάσει / να ριζοδοντιάζω / να ριζοδοντιάσω | να έχεις ριζοδοντιάσει / να ριζοδοντιάζεις / να ριζοδοντιάσεις | να έχει ριζοδοντιάσει / να ριζοδοντιάζει / να ριζοδοντιάσει | να έχουμε ριζοδοντιάσει / να ριζοδοντιάζουμε / να ριζοδοντιάσουμε | να έχετε ριζοδοντιάσει / να ριζοδοντιάζετε / να ριζοδοντιάσετε | να ριζοδοντιάζουν / να ριζοδοντιάζουνε / να ριζοδοντιάσουν / να ριζοδοντιάσουνε |
| Προστακτική | — | ριζοδόντιαζε / ριζοδόντιασε | — | — | ριζοδοντιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ριζοδοντιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →