ριζολόγημα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ριζολογώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριζολόγημα < ριζολογ(ώ) + -ημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ριζολόγημα | ριζολογήματα |
| Γενική | ριζολογήματος | ριζολογημάτων |
| Αιτιατική | ριζολόγημα | ριζολογήματα |
| Κλητική | ριζολόγημα | ριζολογήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →