Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ριζοσπαστικοποιώ

ρήμα
•
  1. οδηγώ κάποιον σε πιο ριζοσπαστικές θέσεις και πρακτικές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ριζοσπαστικοποιώ < ριζοσπαστικός + -ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςριζοσπαστικοποιώριζοσπαστικοποιείςριζοσπαστικοποιείριζοσπαστικοποιούμεριζοσπαστικοποιείτεριζοσπαστικοποιούν / ριζοσπαστικοποιούνε
Παρατατικόςριζοσπαστικοποιούσαριζοσπαστικοποιούσεςριζοσπαστικοποιούσεριζοσπαστικοποιούσαμεριζοσπαστικοποιούσατεριζοσπαστικοποιούσαν / ριζοσπαστικοποιούσανε
Αόριστοςριζοσπαστικοποίησαριζοσπαστικοποίησεςριζοσπαστικοποίησεριζοσπαστικοποιήσαμεριζοσπαστικοποιήσατεριζοσπαστικοποίησαν / ριζοσπαστικοποιήσαν / ριζοσπαστικοποιήσανε
Μέλλονταςθα ριζοσπαστικοποιήσω / θα ριζοσπαστικοποιώθα ριζοσπαστικοποιήσεις / θα ριζοσπαστικοποιείςθα ριζοσπαστικοποιήσει / θα ριζοσπαστικοποιείθα ριζοσπαστικοποιήσουμε / θα ριζοσπαστικοποιούμεθα ριζοσπαστικοποιήσετε / θα ριζοσπαστικοποιείτεθα ριζοσπαστικοποιήσουν / θα ριζοσπαστικοποιήσουνε / θα ριζοσπαστικοποιούν / θα ριζοσπαστικοποιούνε
Παρακείμενοςέχω ριζοσπαστικοποιήσειέχεις ριζοσπαστικοποιήσειέχει ριζοσπαστικοποιήσειέχουμε ριζοσπαστικοποιήσειέχετε ριζοσπαστικοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ριζοσπαστικοποιήσειείχες ριζοσπαστικοποιήσειείχε ριζοσπαστικοποιήσειείχαμε ριζοσπαστικοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω ριζοσπαστικοποιήσει / να ριζοσπαστικοποιήσω / να ριζοσπαστικοποιώνα έχεις ριζοσπαστικοποιήσει / να ριζοσπαστικοποιήσεις / να ριζοσπαστικοποιείςνα έχει ριζοσπαστικοποιήσει / να ριζοσπαστικοποιήσει / να ριζοσπαστικοποιείνα έχουμε ριζοσπαστικοποιήσει / να ριζοσπαστικοποιήσουμε / να ριζοσπαστικοποιούμενα έχετε ριζοσπαστικοποιήσει / να ριζοσπαστικοποιήσετε / να ριζοσπαστικοποιείτενα ριζοσπαστικοποιήσουν / να ριζοσπαστικοποιήσουνε / να ριζοσπαστικοποιούν / να ριζοσπαστικοποιούνε
Προστακτική—ριζοσπαστικοποίει / ριζοσπαστικοποίησε——ριζοσπαστικοποιήστε / ριζοσπαστικοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →