Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ριζοφυΐα

/ɾi.zo.fiˈi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βοτανικήη φύτρωση, η ανάπτυξη ριζών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ριζοφυΐα < ελληνιστική κοινή ῥιζοφυ(ής) + ία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήριζοφυΐαριζοφυΐες
Γενικήριζοφυΐαςριζοφυϊών
Αιτιατικήριζοφυΐαριζοφυΐες
Κλητικήριζοφυΐαριζοφυΐες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →