ριζόρτ
•
- νεολογισμόςξενοδοχειακό συγκρότημα που προσφέρει δυνατότητες διαμονής, αναψυχής, διασκέδασης κ.ά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριζόρτ < αγγλική resort < αγγλοσαξονικά resorten < παλαιά γαλλικά resortir < sortir < λατινική sortiri, απαρέμφατο ενεστώτα τού sortior < sors < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ser- (ταξινομώ)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →