Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρινικός

/ɾi.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την ρίνα Βικιλεξικό
    • Ἀνάμεσα στά δυό ἡμικυκλικά φρύδια ἀρχίζει τό ἔντονο ρινικό ὀστοῦν πού καταλήγει σέ δυό μεγάλα ρουθούνια. Μιά ὁριζόντια γραμμή χωρίζει τά ρουθούνια ἀπό τό ρινικόν ὀστοῦν. Τά αὐτιά ἀποδίδονται μέ δυό μικρά τόξα κάτω ἀπό τά κέρατα (Πάντος Α. Πάντος, Τα σφραγίσματα της Αιτωλικής Καλλιπόλεως, Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1985)

Ετυμολογία

ρινικός < ρίνα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρινικόςρινικήρινικό
Γενικήρινικούρινικήςρινικού
Αιτιατικήρινικόρινικήρινικό
Κλητικήρινικέρινικήρινικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρινικοίρινικέςρινικά
Γενικήρινικώνρινικώνρινικών
Αιτιατικήρινικούςρινικέςρινικά
Κλητικήρινικοίρινικέςρινικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →