ρινισμός
•
- ιατρικήδιαταραχή προφοράς του λόγου, είδος τραυλισμού με έντονη εκφορά των συμφώνων μ, ν και μπ αντί των β, λ και π αντίστοιχα και που συχνά συνοδεύεται με μικρό τρέμουλο της κεφαλής πάνω κάτω και ανοιγοκλείσιμο των ματιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρινισμός < ρίνα + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρινισμός | ρινισμοί |
| Γενική | ρινισμού | ρινισμών |
| Αιτιατική | ρινισμό | ρινισμούς |
| Κλητική | ρινισμέ | ρινισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →