Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρινοπλαστικός

/ɾi.no.pla.stiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήγιατρός που ασχολείται με τη ρινοπλαστική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρινοπλαστικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: rhinoplastique < rhinoplastie < αρχαία ελληνική ῥίς + πλαστικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήρινοπλαστική / ρινοπλαστικός / ρινοπλαστικόρινοπλαστικές / ρινοπλαστικοί / ρινοπλαστικά
Γενικήρινοπλαστικής / ρινοπλαστικού / ρινοπλαστικούρινοπλαστικών / ρινοπλαστικών / ρινοπλαστικών
Αιτιατικήρινοπλαστική / ρινοπλαστικό / ρινοπλαστικόρινοπλαστικές / ρινοπλαστικούς / ρινοπλαστικά
Κλητικήρινοπλαστική / ρινοπλαστικέ / ρινοπλαστικόρινοπλαστικές / ρινοπλαστικοί / ρινοπλαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ρινοπλαστικός

/ɾi.no.pla.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη ρινοπλαστική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ρινοπλαστικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: rhinoplastique < rhinoplastie < αρχαία ελληνική ῥίς + πλαστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρινοπλαστικόςρινοπλαστικήρινοπλαστικό
Γενικήρινοπλαστικούρινοπλαστικήςρινοπλαστικού
Αιτιατικήρινοπλαστικόρινοπλαστικήρινοπλαστικό
Κλητικήρινοπλαστικέρινοπλαστικήρινοπλαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήρινοπλαστικοίρινοπλαστικέςρινοπλαστικά
Γενικήρινοπλαστικώνρινοπλαστικώνρινοπλαστικών
Αιτιατικήρινοπλαστικούςρινοπλαστικέςρινοπλαστικά
Κλητικήρινοπλαστικοίρινοπλαστικέςρινοπλαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →