ρινοτομία
•
- η κοπή της μύτης, παλαιότερα ως είδος τιμωρίας Βικιλεξικό
- ιατρικήη τομή της μύτης μέσω χειρουργικής επέμβασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρινοτομία < μεσαιωνική ελληνική ῥινοτομία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρινοτομία | ρινοτομίες |
| Γενική | ρινοτομίας | ρινοτομιών |
| Αιτιατική | ρινοτομία | ρινοτομίες |
| Κλητική | ρινοτομία | ρινοτομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →