Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ρινόμακτρον

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθαρεύουσαγραφή του ελληνιστικού ῥινόμακτρον: μαντίλι για τον καθαρισμό της μύτης Βικιλεξικό
    • νέα ελληνικά: ρινόμακτρο

Ετυμολογία

ρινόμακτρον < ελληνιστική κοινή ῥινόμακτρον

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →