ρινότμητος
•
- που έχει κομμένη μύτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρινότμητος < ελληνιστική κοινή ῥινότμητος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρινότμητος | ρινότμητη | ρινότμητο |
| Γενική | ρινότμητου | ρινότμητης | ρινότμητου |
| Αιτιατική | ρινότμητο | ρινότμητη | ρινότμητο |
| Κλητική | ρινότμητε | ρινότμητη | ρινότμητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ρινότμητοι | ρινότμητες | ρινότμητα |
| Γενική | ρινότμητων | ρινότμητων | ρινότμητων |
| Αιτιατική | ρινότμητους | ρινότμητες | ρινότμητα |
| Κλητική | ρινότμητοι | ρινότμητες | ρινότμητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →