Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ριπίδιο

/ɾiˈpi.ði.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. αρχαίο ελληνικό σκεύος, βεντάλια Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: ριπίδι
  2. λειτουργικό σκεύος της εκκλησίας, το οποίο παλαιότερα χρησίμευε για να απομακρύνει τα έντομα από τα τίμια δώρα, σήμερα είναι κοντάρι που φέρει μεταλλικό δίσκο ή παρόμοιο αντικείμενο με παραστάσεις, ανάμεσα σε άλλα και εξαπτέρυγα, έτσι ώστε η λέξη ριπίδια να εναλλάσσεται συχνά με τη λέξη εξαπτέρυγα Βικιλεξικό
    • Kάθε ριπίδιο αποτελείται από ασημένιο δίσκο στηριγμένο σε κωνική υποδοχή για ξύλινο κοντάρι. Στο κέντρο κάθε όψης του δίσκου εικονίζεται επίχρυσο εξαπτέρυγο με ελαφρά ανάγλυφο πρόσθετο πρόσωπο, τονισμένο με σμάλτα. Tα φτερά του είναι διπλωμένα πάνω και κάτω ανά δύο, χιαστί, και ανεπτυγμένα πλούσια στα πλάγια, πίσω από τα τεντωμένα χέρια του που κρατούν σπαθιά. (9.49 Zευγάρι ριπιδίων (εξαπτέρυγα), έτος 1661, Mονή Διονυσίου, elpenor.org, ανακτήθηκε 22/02/2026 https://www.elpenor.org/athos/gr/g218ci49.asp) _(σ.σ. Στο ίδιο το παράθεμα, η λέξη εξαπτέρυγα αναφέρεται ως παράσταση που βρίσκεται στο δίσκο που είναι μέρος του ριπιδίου. Στον τίτλο της δημοσίευσης όμως, η λέξη εξαπτέρυγο εμφανίζεται ως συνώνυμη του ριπιδίου)
  3. γεωλογίαγεωλογικός σχηματισμός που μοιάζει με βεντάλια, π.χ. αλλουβιακό ριπίδιο Βικιλεξικό
  4. βοτανική(rhipidium) : τύπος ταξιανθίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ριπίδιο < ελληνιστική κοινή ῥιπίδιον < αρχαία ελληνική ῥιπίς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήριπίδιοριπίδια
Γενικήριπίδιου / ριπιδίουριπίδιων / ριπιδίων
Αιτιατικήριπίδιοριπίδια
Κλητικήριπίδιοριπίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →