ριπίζω
•
- πνέω Βικιλεξικό
- μεταφορικάερεθίζω ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
- ιδιωματικόχύνω, αδειάζω, σκορπίζω ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ριπίζω < αρχαία ελληνική ῥιπίζω < ῥιπίς
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ριπίζω | ριπίζεις | ριπίζει | ριπίζουμε | ριπίζετε | ριπίζουν / ριπίζουνε |
| Παρατατικός | ρίπιζα | ρίπιζες | ρίπιζε | ριπίζαμε | ριπίζατε | ρίπιζαν / ριπίζαν / ριπίζανε |
| Αόριστος | ρίπισα | ρίπισες | ρίπισε | ριπίσαμε | ριπίσατε | ρίπισαν / ριπίσαν / ριπίσανε |
| Μέλλοντας | θα ριπίζω / θα ριπίσω | θα ριπίζεις / θα ριπίσεις | θα ριπίζει / θα ριπίσει | θα ριπίζουμε / θα ριπίσουμε | θα ριπίζετε / θα ριπίσετε | θα ριπίζουν / θα ριπίζουνε / θα ριπίσουν / θα ριπίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ριπίσει | έχεις ριπίσει | έχει ριπίσει | έχουμε ριπίσει | έχετε ριπίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ριπίσει | είχες ριπίσει | είχε ριπίσει | είχαμε ριπίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ριπίσει / να ριπίζω / να ριπίσω | να έχεις ριπίσει / να ριπίζεις / να ριπίσεις | να έχει ριπίσει / να ριπίζει / να ριπίσει | να έχουμε ριπίσει / να ριπίζουμε / να ριπίσουμε | να έχετε ριπίσει / να ριπίζετε / να ριπίσετε | να ριπίζουν / να ριπίζουνε / να ριπίσουν / να ριπίσουνε |
| Προστακτική | — | ρίπιζε / ρίπισε | — | — | ριπίζετε / ριπίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →