ριπιτίδι
•
- διάρροια συνήθως στην έκφραση «μου πάει ριπιτίδι» (φοβήθηκα τόσο πολύ που είχα διάρροια) Βικιλεξικό
- Δον Ζουάν, Γεώργιος Σουρής (1853-1919), ποιήματα Όταν δε πλέον ο νεκρός κατήλθεν εις τον τάφον προς δυστυχίαν ποιητών και δημοσιογράφων, γή κι ' ουρανός έτράνταξε από το κανονίδι κι ' όλους τους ξένους πρεσβευτές τους πήγε ριπιτίδι
Ετυμολογία
ριπιτίδι < πιθανώς από την λέξη ριπίδιο (βεντάλια) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ριπιτίδι | ριπιτίδια |
| Γενική | ριπιτιδιού | ριπιτιδιών |
| Αιτιατική | ριπιτίδι | ριπιτίδια |
| Κλητική | ριπιτίδι | ριπιτίδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →