ρισκάρω
•
- προχωρώ σε μια ενέργεια αποδεχόμενος την πιθανότητα μιας άσχημης τροπής Βικιλεξικό
- διακινδυνεύω, βάζω σε κίνδυνο Βικιλεξικό
- Πέρα από όσα ρισκάρισα να πω μέχρι τώρα για την ποίηση του Καββαδία, θέλω να προσθέσω και τούτα ακόμα για τη μακροβιότητά της, την αντοχή της μέσα στον χρόνο (Μήτσος Κασόλας, Νίκος Καββαδίας: γυναίκα, θάλασσα, ζωή. Αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 137)
Ετυμολογία
ρισκάρω < ρίσκο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →