Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροβολάω

ρήμα
•
  1. κατηφορίζω, κατεβαίνω γρήγορα Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο τελευταίος πειρασμός, 1η έκδοση 1955 @google.gr/books
    • 20ός αιώνας ⌘ Μ. Καραγάτσης, 1908‑1960 Το 10, ψηφιοποιημένη έκδοση: Αθήνα 2008, εκδόσεις: Βιβλιοπωλείο της Εστίας Ι. Δ. Κολλάρου & Σια ΑΕ, , ISBN 9789600500615, αρχική δημοσίευση: (1964) @google.gr/books
    • Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία, ※ ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024
  2. για πράγματακυλώ ορμητικά, κατρακυλώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ροβολάω < αβέβαιης ετυμολογίας * από τα ρέβω και βάλλω * ή μεσαιωνική ελληνική ροβολεύω * ή ιταλική rivolare (γυρίζω, επιστρέφω) < λατινική revolare (ξαναπετώ, επιστρέφω γρήγορα)

Άλλοι τύποι

ροβολήσωροβολούσα και ροβόλαγαροβολώροβόλησα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →