ρογιάζω
•
- δημοτικήπαίρνω κάποιον να δουλέψει με μισθό Βικιλεξικό
- ερρόγιασα δυο γυναίκες να με βοηθήσουν στον τρύγο
Ετυμολογία
ρογιάζω < ρόγ(α) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ρογιάζω | ρογιάζεις | ρογιάζει | ρογιάζουμε | ρογιάζετε | ρογιάζουν / ρογιάζουνε |
| Παρατατικός | ρόγιαζα | ρόγιαζες | ρόγιαζε | ρογιάζαμε | ρογιάζατε | ρογιάζαν / ρογιάζανε / ρόγιαζαν |
| Αόριστος | ρόγιασα | ρόγιασες | ρόγιασε | ρογιάσαμε | ρογιάσατε | ρογιάσαν / ρογιάσανε / ρόγιασαν |
| Μέλλοντας | θα ρογιάζω / θα ρογιάσω | θα ρογιάζεις / θα ρογιάσεις | θα ρογιάζει / θα ρογιάσει | θα ρογιάζουμε / θα ρογιάσουμε | θα ρογιάζετε / θα ρογιάσετε | θα ρογιάζουν / θα ρογιάζουνε / θα ρογιάσουν / θα ρογιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ρογιάσει | έχεις ρογιάσει | έχει ρογιάσει | έχουμε ρογιάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ρογιάσει | είχες ρογιάσει | είχε ρογιάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ρογιάσει / να ρογιάζω / να ρογιάσω | να έχεις ρογιάσει / να ρογιάζεις / να ρογιάσεις | να έχει ρογιάσει / να ρογιάζει / να ρογιάσει | να έχουμε ρογιάσει / να ρογιάζουμε / να ρογιάσουμε | να ρογιάζετε / να ρογιάσετε | να ρογιάζουν / να ρογιάζουνε / να ρογιάσουν / να ρογιάσουνε |
| Προστακτική | — | ρόγιαζε / ρόγιασε | — | — | ρογιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ρογιάστηκαρογιάζομαιρογιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →