ροδάκινο
•
- φρούτοο καρπός της ροδακινιάς. Έχει σφαιρικό σχήμα, χνουδωτή φλούδα με κιτρινοκόκκινο χρώμα και χυμώδη αρωματική σάρκα με υπόξινη γεύση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ροδάκινο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ῥοδάκινον / ῥωδάκινον < ελληνιστική κοινή δοράκινον / δωράκινον < λατινική duracinum < duracinus < durus + acinus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ροδάκινο | ροδάκινα |
| Γενική | ροδάκινου | ροδάκινων |
| Αιτιατική | ροδάκινο | ροδάκινα |
| Κλητική | ροδάκινο | ροδάκινα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →