Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροδάμι

/ɾoˈða.mi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικότο μπόλι· ο νέος βλαστός Βικιλεξικό
    • [Ξενώνας] Ροδάμι. […] Το όνομα το πήρε από ένα πολυετές πουρνάρι στην αυλή του, το οποίο κάθε άνοιξη βγάζει καινούριους βλαστούς (= ροδάμια ή ροδάμνια).
    • Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι | νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια, (Κώστας Κρυστάλλης, Ήθελα νάμουν τσέλιγκας, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, 1893)

Ετυμολογία

ροδάμι < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →