ροδάμι
•
- ιδιωματικότο μπόλι· ο νέος βλαστός Βικιλεξικό
- [Ξενώνας] Ροδάμι. […] Το όνομα το πήρε από ένα πολυετές πουρνάρι στην αυλή του, το οποίο κάθε άνοιξη βγάζει καινούριους βλαστούς (= ροδάμια ή ροδάμνια).
- Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι | νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια, (Κώστας Κρυστάλλης, Ήθελα νάμουν τσέλιγκας, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, 1893)
Ετυμολογία
ροδάμι < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →