ροδάριο
•
- κομπολόι (σταθερών χαντρών) καθολικών, σειρά χαντρών σε μενταγιόν ή κλειστό σχοινί στο οποίο όμως κρέμεται σχοινί με επιπλέον χάντρες και την άκρη του έχει σταυρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ροδάριο | ροδάρια |
| Γενική | ροδάριου / ροδαρίου | ροδάριων / ροδαρίων |
| Αιτιατική | ροδάριο | ροδάρια |
| Κλητική | ροδάριο | ροδάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →