ροδίζω
•
- αποκτώ το χρώμα του ρόδου Βικιλεξικό
- απρόσωπο ρήμαξημερώνει Βικιλεξικό
- γαστρονομίαξεροψήνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ροδίζω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ῥοδίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ροδίζω | ροδίζεις | ροδίζει | ροδίζουμε | ροδίζετε | ροδίζουν / ροδίζουνε |
| Παρατατικός | ρόδιζα | ρόδιζες | ρόδιζε | ροδίζαμε | ροδίζατε | ροδίζαν / ροδίζανε / ρόδιζαν |
| Αόριστος | ρόδισα | ρόδισες | ρόδισε | ροδίσαμε | ροδίσατε | ροδίσαν / ροδίσανε / ρόδισαν |
| Μέλλοντας | θα ροδίζω / θα ροδίσω | θα ροδίζεις / θα ροδίσεις | θα ροδίζει / θα ροδίσει | θα ροδίζουμε / θα ροδίσουμε | θα ροδίζετε / θα ροδίσετε | θα ροδίζουν / θα ροδίζουνε / θα ροδίσουν / θα ροδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ροδίσει | έχεις ροδίσει | έχει ροδίσει | έχουμε ροδίσει | έχετε ροδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ροδίσει | είχες ροδίσει | είχε ροδίσει | είχαμε ροδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ροδίσει / να ροδίζω / να ροδίσω | να έχεις ροδίσει / να ροδίζεις / να ροδίσεις | να έχει ροδίσει / να ροδίζει / να ροδίσει | να έχουμε ροδίσει / να ροδίζουμε / να ροδίσουμε | να έχετε ροδίσει / να ροδίζετε / να ροδίσετε | να ροδίζουν / να ροδίζουνε / να ροδίσουν / να ροδίσουνε |
| Προστακτική | — | ρόδιζε / ρόδισε | — | — | ροδίζετε / ροδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →