Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροδανίζω

/ɾo.ðaˈni.zo/ρήμα
•
  1. τυλίγω το νήμα σε ένα μασούρι με τη βοήθεια του ροδανιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ροδανίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ῥοδανίζω < ῥοδάν(η) + -ίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε ροδάν(ι) + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςροδανίζωροδανίζειςροδανίζειροδανίζουμεροδανίζετεροδανίζουν / ροδανίζουνε
Παρατατικόςροδάνιζαροδάνιζεςροδάνιζεροδανίζαμεροδανίζατεροδάνιζαν / ροδανίζαν / ροδανίζανε
Αόριστοςροδάνισαροδάνισεςροδάνισεροδανίσαμεροδανίσατεροδάνισαν / ροδανίσαν / ροδανίσανε
Μέλλονταςθα ροδανίζω / θα ροδανίσωθα ροδανίζεις / θα ροδανίσειςθα ροδανίζει / θα ροδανίσειθα ροδανίζουμε / θα ροδανίσουμεθα ροδανίζετε / θα ροδανίσετεθα ροδανίζουν / θα ροδανίζουνε / θα ροδανίσουν / θα ροδανίσουνε
Παρακείμενοςέχω ροδανίσειέχεις ροδανίσειέχει ροδανίσειέχουμε ροδανίσειέχετε ροδανίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ροδανίσειείχες ροδανίσειείχε ροδανίσειείχαμε ροδανίσει——
Υποτακτικήνα έχω ροδανίσει / να ροδανίζω / να ροδανίσωνα έχεις ροδανίσει / να ροδανίζεις / να ροδανίσειςνα έχει ροδανίσει / να ροδανίζει / να ροδανίσεινα έχουμε ροδανίσει / να ροδανίζουμε / να ροδανίσουμενα έχετε ροδανίσει / να ροδανίζετε / να ροδανίσετενα ροδανίζουν / να ροδανίζουνε / να ροδανίσουν / να ροδανίσουνε
Προστακτική—ροδάνιζε / ροδάνισε——ροδανίζετε / ροδανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →