ροδιά
•
- φυτόοπωροφόρο φυτό (δέντρο ή θάμνος, Punica granatum) Βικιλεξικό
- Οδυσσέας Ελύτης, Η τρελή ροδιά, 1η στροφή, στα ※ Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Β' Λυκείου, Β' τεύχος Η τρελή ροδιά - Το ποίημα είναι γεμάτο από αισθήματα αισιοδοξίας και εικόνες της ελληνικής φύσης, που μέσα στη φαντασία του ποιητή συμπλέκονται με τη μόνιμη εικόνα μιας τρελής ροδιάς. […] Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;
- προφορικόίχνος από ρόδα αυτοκινήτου ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ροδιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥοδ(ῆ) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ροδιά | ροδιές |
| Γενική | ροδιάς | ροδιών |
| Αιτιατική | ροδιά | ροδιές |
| Κλητική | ροδιά | ροδιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →