Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροδιά

/ɾoˈðʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόοπωροφόρο φυτό (δέντρο ή θάμνος, Punica granatum) Βικιλεξικό
    • Οδυσσέας Ελύτης, Η τρελή ροδιά, 1η στροφή, στα ※ Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Β' Λυκείου, Β' τεύχος Η τρελή ροδιά - Το ποίημα είναι γεμάτο από αισθήματα αισιοδοξίας και εικόνες της ελληνικής φύσης, που μέσα στη φαντασία του ποιητή συμπλέκονται με τη μόνιμη εικόνα μιας τρελής ροδιάς. […] Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;
  2. προφορικόίχνος από ρόδα αυτοκινήτου ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ροδιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ῥοδ(ῆ) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήροδιάροδιές
Γενικήροδιάςροδιών
Αιτιατικήροδιάροδιές
Κλητικήροδιάροδιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →