Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροδοδάφνη

/ɾo.ðoˈðaf.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόη πικροδάφνη Βικιλεξικό
    • Τότε, την ώρα που στέγνωναν επάνω τους τα ιδρωμένα ρούχα, άρχιζε να διηγείται αλλιώς, χωρίς λιβάνι, με λέξεις για τη σάρκα του κόσμου, για μελαγχολικούς σουλτάνους, έκφυλους ιερωμένους, αυτάρεσκες χορεύτριες, φορτωμένες κρίκους στα πόδια κι άλλες ομορφιές των σεραγιών, που καμάρωναν το είδωλό τους σε στέρνες κάτω από κυπαρίσσια και ροδοδάφνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

ροδοδάφνη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ῥοδοδάφνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήροδοδάφνηροδοδάφνες
Γενικήροδοδάφνηςροδοδαφνών
Αιτιατικήροδοδάφνηροδοδάφνες
Κλητικήροδοδάφνηροδοδάφνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →