Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροδοκοκκινίζω

ρήμα
•
  1. αμετάβατοαποκτώ ένα ρόδινο / κοκκινωπό χρώμα, ιδίως μετά από ψήσιμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ροδοκοκκινίζω < ροδοκόκκινος + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςροδοκοκκινίζωροδοκοκκινίζειςροδοκοκκινίζειροδοκοκκινίζουμεροδοκοκκινίζετεροδοκοκκινίζουν / ροδοκοκκινίζουνε
Παρατατικόςροδοκοκκίνιζαροδοκοκκίνιζεςροδοκοκκίνιζεροδοκοκκινίζαμεροδοκοκκινίζατεροδοκοκκίνιζαν / ροδοκοκκινίζαν / ροδοκοκκινίζανε
Αόριστοςροδοκοκκίνισαροδοκοκκίνισεςροδοκοκκίνισεροδοκοκκινίσαμεροδοκοκκινίσατεροδοκοκκίνισαν / ροδοκοκκινίσαν / ροδοκοκκινίσανε
Μέλλονταςθα ροδοκοκκινίζω / θα ροδοκοκκινίσωθα ροδοκοκκινίζεις / θα ροδοκοκκινίσειςθα ροδοκοκκινίζει / θα ροδοκοκκινίσειθα ροδοκοκκινίζουμε / θα ροδοκοκκινίσουμεθα ροδοκοκκινίζετε / θα ροδοκοκκινίσετεθα ροδοκοκκινίζουν / θα ροδοκοκκινίζουνε / θα ροδοκοκκινίσουν / θα ροδοκοκκινίσουνε
Παρακείμενοςέχω ροδοκοκκινίσειέχεις ροδοκοκκινίσειέχει ροδοκοκκινίσειέχουμε ροδοκοκκινίσειέχετε ροδοκοκκινίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ροδοκοκκινίσειείχες ροδοκοκκινίσειείχε ροδοκοκκινίσειείχαμε ροδοκοκκινίσει——
Υποτακτικήνα έχω ροδοκοκκινίσει / να ροδοκοκκινίζω / να ροδοκοκκινίσωνα έχεις ροδοκοκκινίσει / να ροδοκοκκινίζεις / να ροδοκοκκινίσειςνα έχει ροδοκοκκινίσει / να ροδοκοκκινίζει / να ροδοκοκκινίσεινα έχουμε ροδοκοκκινίσει / να ροδοκοκκινίζουμε / να ροδοκοκκινίσουμενα έχετε ροδοκοκκινίσει / να ροδοκοκκινίζετε / να ροδοκοκκινίσετενα ροδοκοκκινίζουν / να ροδοκοκκινίζουνε / να ροδοκοκκινίσουν / να ροδοκοκκινίσουνε
Προστακτική—ροδοκοκκίνιζε / ροδοκοκκίνισε——ροδοκοκκινίζετε / ροδοκοκκινίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →