ροδοκοκκινίζω
•
- αμετάβατοαποκτώ ένα ρόδινο / κοκκινωπό χρώμα, ιδίως μετά από ψήσιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ροδοκοκκινίζω < ροδοκόκκινος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ροδοκοκκινίζω | ροδοκοκκινίζεις | ροδοκοκκινίζει | ροδοκοκκινίζουμε | ροδοκοκκινίζετε | ροδοκοκκινίζουν / ροδοκοκκινίζουνε |
| Παρατατικός | ροδοκοκκίνιζα | ροδοκοκκίνιζες | ροδοκοκκίνιζε | ροδοκοκκινίζαμε | ροδοκοκκινίζατε | ροδοκοκκίνιζαν / ροδοκοκκινίζαν / ροδοκοκκινίζανε |
| Αόριστος | ροδοκοκκίνισα | ροδοκοκκίνισες | ροδοκοκκίνισε | ροδοκοκκινίσαμε | ροδοκοκκινίσατε | ροδοκοκκίνισαν / ροδοκοκκινίσαν / ροδοκοκκινίσανε |
| Μέλλοντας | θα ροδοκοκκινίζω / θα ροδοκοκκινίσω | θα ροδοκοκκινίζεις / θα ροδοκοκκινίσεις | θα ροδοκοκκινίζει / θα ροδοκοκκινίσει | θα ροδοκοκκινίζουμε / θα ροδοκοκκινίσουμε | θα ροδοκοκκινίζετε / θα ροδοκοκκινίσετε | θα ροδοκοκκινίζουν / θα ροδοκοκκινίζουνε / θα ροδοκοκκινίσουν / θα ροδοκοκκινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ροδοκοκκινίσει | έχεις ροδοκοκκινίσει | έχει ροδοκοκκινίσει | έχουμε ροδοκοκκινίσει | έχετε ροδοκοκκινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ροδοκοκκινίσει | είχες ροδοκοκκινίσει | είχε ροδοκοκκινίσει | είχαμε ροδοκοκκινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ροδοκοκκινίσει / να ροδοκοκκινίζω / να ροδοκοκκινίσω | να έχεις ροδοκοκκινίσει / να ροδοκοκκινίζεις / να ροδοκοκκινίσεις | να έχει ροδοκοκκινίσει / να ροδοκοκκινίζει / να ροδοκοκκινίσει | να έχουμε ροδοκοκκινίσει / να ροδοκοκκινίζουμε / να ροδοκοκκινίσουμε | να έχετε ροδοκοκκινίσει / να ροδοκοκκινίζετε / να ροδοκοκκινίσετε | να ροδοκοκκινίζουν / να ροδοκοκκινίζουνε / να ροδοκοκκινίσουν / να ροδοκοκκινίσουνε |
| Προστακτική | — | ροδοκοκκίνιζε / ροδοκοκκίνισε | — | — | ροδοκοκκινίζετε / ροδοκοκκινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →