ροδοξημερωμός
•
- λογοτεχνικόρόδινο ξημέρωμα Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Κωστής Παλαμάς, 1859‑1943. Περάσματα και Χαιρετισμοί Δ', Η χαρά σου, στίχ. 19 (19-24) @greek-language.gr
Ετυμολογία
ροδοξημερωμός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ροδοξημερωμός | ροδοξημερωμοί |
| Γενική | ροδοξημερωμού | ροδοξημερωμών |
| Αιτιατική | ροδοξημερωμό | ροδοξημερωμούς |
| Κλητική | ροδοξημερωμέ | ροδοξημερωμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →