ροζιάζω
•
- βγάζω ρόζους Βικιλεξικό
- ρόζιασαν τα χέρια του απ' το τσαπί και απ' το θέρισμα
- τα παλιά ξύλα ροζιάζουν
Ετυμολογία
ροζιάζω < ρόζ(ος) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ροζιάζω | ροζιάζεις | ροζιάζει | ροζιάζουμε | ροζιάζετε | ροζιάζουν / ροζιάζουνε |
| Παρατατικός | ρόζιαζα | ρόζιαζες | ρόζιαζε | ροζιάζαμε | ροζιάζατε | ροζιάζαν / ροζιάζανε / ρόζιαζαν |
| Αόριστος | ρόζιασα | ρόζιασες | ρόζιασε | ροζιάσαμε | ροζιάσατε | ροζιάσαν / ροζιάσανε / ρόζιασαν |
| Μέλλοντας | θα ροζιάζω / θα ροζιάσω | θα ροζιάζεις / θα ροζιάσεις | θα ροζιάζει / θα ροζιάσει | θα ροζιάζουμε / θα ροζιάσουμε | θα ροζιάζετε / θα ροζιάσετε | θα ροζιάζουν / θα ροζιάζουνε / θα ροζιάσουν / θα ροζιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ροζιάσει | έχεις ροζιάσει | έχει ροζιάσει | έχουμε ροζιάσει | έχετε ροζιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ροζιάσει | είχες ροζιάσει | είχε ροζιάσει | είχαμε ροζιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ροζιάσει / να ροζιάζω / να ροζιάσω | να έχεις ροζιάσει / να ροζιάζεις / να ροζιάσεις | να έχει ροζιάσει / να ροζιάζει / να ροζιάσει | να έχουμε ροζιάσει / να ροζιάζουμε / να ροζιάσουμε | να έχετε ροζιάσει / να ροζιάζετε / να ροζιάσετε | να ροζιάζουν / να ροζιάζουνε / να ροζιάσουν / να ροζιάσουνε |
| Προστακτική | — | ρόζιαζε / ρόζιασε | — | — | ροζιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ροζιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →