Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροζιασμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. με ρόζους (π.χ. από την ηλικία ή τη σκληρή δουλειά) Βικιλεξικό
    • Μετά κέρωνε καλά τον σπάγκο και με το σουβλί έρραβε το «φόντι» πάνω στην σόλα, βοηθούμενος από το καλαπόδι. Τα χέρια του ήταν δυνατά και ροζιασμένα, κι όταν περνούσε αντίθετα τις δυό βελόνες από την τρύπα που άνοιγε κάθε φορά με το σουβλί, ο κερωμένος σπάγκος τραβιόταν με τόση δύναμη που ώστε έκανε ένα σώμα σόλα και φόντι (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα), 2017)

Ετυμολογία

ροζιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ροζιάζω

Άλλοι τύποι

ροζιασμέναροζιασμένεροζιασμένεςροζιασμένηροζιασμένηςροζιασμένοροζιασμένοιροζιασμένοςροζιασμένουροζιασμένουςροζιασμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →