ροκάνα
•
- είδος ξύλινου κρόταλου με χειρολαβή που χρησιμοποιείται για την περιστροφή και παραγωγή ξηρού, δυνατού ήχου Βικιλεξικό
- Φαίνεται ὅμως ὅτι λίαν ἐνωρὶς εἶχε βαρυνθῇ ὁ Ζεὺς τὴν μονότονον, ἐν μέσῳ τῶν ὡς ῥοκάναι περιστρεφομένων ἀστέρων, διασκέδασίν του.
- εργαλείοη πλάνη, το ροκάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ροκάνα < πιθανόν ροκάν(ι) + κατάληξη θηλυκού -α :* για το εργαλείο «πλάνη» < ροκάνι + μεγεθυντικό επίθημα -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ροκάνα | ροκάνες |
| Γενική | ροκάνας | — |
| Αιτιατική | ροκάνα | ροκάνες |
| Κλητική | ροκάνα | ροκάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →