Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ροκάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που του αρέσει ν’ ακούει ή να παίζει ροκ μουσική Βικιλεξικό
    • Ιδιόμορφος ροκάς, χαβαλεδιάρης κι ευαίσθητος καλλιτέχνης, έχει γράψει και μοιραστεί με τους φίλους του αρκετά μουσικοποιητικά κομψοτεχνήματα. (Λάκης Παπαδόπουλος σε τραγούδια για φίλους, athinorama.gr, 5/6/2012 https://www.athinorama.gr/music/119719/lakis_papadopoulos_se_tragoudia_gia_filous_/)

Ετυμολογία

ροκάς < ροκ + -άς < αγγλική rock and roll < πρωτογερμανική *rukkōną < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃ruk-néh₂- < *h₃runk-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήροκάςροκάδες
Γενικήροκάροκάδων
Αιτιατικήροκάροκάδες
Κλητικήροκάροκάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →