ροκανίζω
•
- λειαίνω την επιφάνεια ενός ξύλου με ροκάνι Βικιλεξικό
- μεταφορικάμασώ κάτι σκληρό Βικιλεξικό
- μου αρέσει να ροκανίζω το παξιμάδι
- μεταφορικάξοδεύω σε μικρές δόσεις κάθε φορά ένα χρηματικό ποσό (ή άλλο περιουσιακό στοιχείο) που περιέρχεται στην κατοχή μου Βικιλεξικό
- υπονομεύω κάποιον Βικιλεξικό
- ροκάνιζαν τη θέση του πολύ καιρό πριν με διάφορες φήμες
Ετυμολογία
ροκανίζω < μεσαιωνική ελληνική ρουκανίζω < ελληνιστική κοινή ῥυκανίζω < ῥυκάνι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ροκανίζω | ροκανίζεις | ροκανίζει | ροκανίζουμε | ροκανίζετε | ροκανίζουν / ροκανίζουνε |
| Παρατατικός | ροκάνιζα | ροκάνιζες | ροκάνιζε | ροκανίζαμε | ροκανίζατε | ροκάνιζαν / ροκανίζαν / ροκανίζανε |
| Αόριστος | ροκάνισα | ροκάνισες | ροκάνισε | ροκανίσαμε | ροκανίσατε | ροκάνισαν / ροκανίσαν / ροκανίσανε |
| Μέλλοντας | θα ροκανίζω / θα ροκανίσω | θα ροκανίζεις / θα ροκανίσεις | θα ροκανίζει / θα ροκανίσει | θα ροκανίζουμε / θα ροκανίσουμε | θα ροκανίζετε / θα ροκανίσετε | θα ροκανίζουν / θα ροκανίζουνε / θα ροκανίσουν / θα ροκανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ροκανίσει | έχεις ροκανίσει | έχει ροκανίσει | έχουμε ροκανίσει | έχετε ροκανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ροκανίσει | είχες ροκανίσει | είχε ροκανίσει | είχαμε ροκανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ροκανίσει / να ροκανίζω / να ροκανίσω | να έχεις ροκανίσει / να ροκανίζεις / να ροκανίσεις | να έχει ροκανίσει / να ροκανίζει / να ροκανίσει | να έχουμε ροκανίσει / να ροκανίζουμε / να ροκανίσουμε | να έχετε ροκανίσει / να ροκανίζετε / να ροκανίσετε | να ροκανίζουν / να ροκανίζουνε / να ροκανίσουν / να ροκανίσουνε |
| Προστακτική | — | ροκάνιζε / ροκάνισε | — | — | ροκανίζετε / ροκανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →