ροκφόρ
•
- τυρίείδος τυριού που το φτιάχνουν από πρόβειο γάλα και προσθέτουν μέσα του μύκητες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ροκφόρ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική roquefort < Roquefort-sur-Soulzon (χωριό της νότιας Γαλλίας, όπου πρωτοπαρασκευάστηκε αυτό το είδος του τυριού)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →