ρολογάδικο
•
- κατάστημα που επιδιορθώνει ή/και πουλάει ρολόγια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ρολογάδικο < ρολόι (γενική: ρολογιού) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ρολογάδικο | ρολογάδικα |
| Γενική | ρολογάδικου | ρολογάδικων |
| Αιτιατική | ρολογάδικο | ρολογάδικα |
| Κλητική | ρολογάδικο | ρολογάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →